Αριθμός απόφασης: 40/2021
Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στο τεύχος 4 έτος 2023, σελ. 301
Προεδρεύων:Κ. Ρόκος (Εφέτης)
Δικαστής: Γ. Δημητρόπουλος (Εφέτης)
Δικαστής: Στυλιανή Σωτηροπούλου (Εφέτης)
Εισαγγελεύς: Χριστίνα Καπαμά (Αντεισαγγελεύς Εφετών)
Δικηγόρος: Ε. Πετρακάκης (Δικηγόρoς)
Δικηγόρος: Ειρήνη Αντωνάκη (Δικηγόρος)
Δικηγόρος: Ελένη Τζέτζου (Δικηγόρoς)
Δικηγόρος: Γ. Παγώνης (Δικηγόρoς)
[...] Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών [των άρ. 302 παρ. 1 και 28 ΠΚ] προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (ΑΠ 1034/13, 746/13, 436/12).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρ. 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Τέλος, η αξιολόγηση της βαρύτητας ενός σφάλματος είναι ζήτημα νομικό που κρίνεται από το δικαστήριο και όχι από τον πραγματογνώμονα· βεβαίως, για την αξιολόγηση αυτή το δικαστήριο θα στηριχθεί συνολικά σε πραγματικά γεγονότα που κατά κανόνα απορρέουν από την εκτίμηση στην οποία προβαίνει ο πραγματογνώμων αναφορικά με τους ιατρικούς χειρισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κύρια αποδεικτική διαδικασία […] αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι ουδενός αποδεικτικού στοιχείου η συνεκτίμηση παραλείφθηκε, αλλά η αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών κατωτέρω είναι ενδεικτική):
Ο […], υιός των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, είχε γεννηθεί στις 4.8.2010 και έως τον Μάιο του 2014, οπότε και έλαβε χώρα το περιγραφόμενο κατωτέρω περιστατικό δεν είχε παρουσιάσει ιδιαίτερα προβλήματα υγείας […]. Την 1η Μαΐου 2014, ημέρα Πέμπτη, […] Κατά τη διάρκεια […] εκδρομής […] ο ανωτέρω ανήλικος με τον αδελφό του έπαιξαν επί αρκετή ώρα και έφαγαν, ενώ μετά από πάροδο αρκετής ώρας γύρισαν στο σπίτι τους. Λίγη ώρα μετά την επιστροφή τους, ο ανήλικος […] ένοιωσε μια αδιαθεσία και έκανε εμετό, γεγονός που οι γονείς του το απέδωσαν αρχικά στην κούρασή του ενώ παράλληλα πιθανολόγησαν ότι ίσως αιτία για [αυτό] αποτελούσε και κάτι που έφαγε κατά τη διάρκεια της εκδρομής και το είχε πειράξει.
Την επομένη, 2α Μαΐου 2014 και ημέρα Παρασκευή, ο ανήλικος παρουσίασε βελτίωση, αφού ούτε εμετό έκανε, ούτε άλλο παθολογικό σύμπτωμα εμφάνισε, αλλά και ούτε η γενικότερη εικόνα του έδειχνε ότι αυτό υπέφερε.
Εντούτοις, την 3η Μαΐου 2014 και ημέρα Σάββατο, η γενικότερη εικόνα του ανηλίκου άλλαξε, αφού παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά του, είχε διαρροϊκή κένωση ανέβασε μία φορά πυρετό που καταμετρήθηκε από την μητέρα του σε 38 βαθμούς. Επειδή, όμως η εικόνα του παιδιού, που έδειχνε πλέον να υποφέρει και συνέχιζε να πονά στην κοιλιακή χώρα, θορύβησε την μητέρα αυτού, η τελευταία μετέβη με το πάσχον τέκνο της, συνοδευόμενη μάλιστα και από το έτερο τέκνο της, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.
Εκεί, και περίπου κατά τις έξι το απόγευμα, ο ανήλικος […], εξετάστηκε από την πρώτη κατηγορουμένη, ειδικευόμενη ιατρό τότε της Παιδιατρικής. Κατά την εξέταση του ανηλίκου και κατά την λήψη του ιατρικού ιστορικού η μητέρα του ανηλίκου εξέθεσε την πορεία της υγείας του ανηλίκου κατά το διαδραμόν διήμερο από την 1η Μαΐου έως και την ημέρα της εξέτασης, αναφέροντας τα ανωτέρω συμπτώματα. Ειδικότερα, εξέθεσε στην ανωτέρω ιατρό ότι […]. Στην πιο εξειδικευμένη ερώτηση της ιατρού αν στις κενώσεις υπήρξε πρόσμιξη αίματος, γεγονός που θα καθοδηγούσε σε ύπαρξη παθογόνου παράγοντα, η απάντηση της μητέρας αυτού ήταν αρνητική. Ακολούθως, η εκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης και συμπεριφοράς του ανηλίκου, από ιατρικής απόψεως κρινόμενη, έδειχνε ένα ανήλικο καλής θρέψεως, περιπατητικό και «ζωηρό», όρος ιατρικός που διαφοροποιείται από τον αντίστοιχο κοινώς χρησιμοποιούμενο, και υποδηλώνει την καλή γενική κατάσταση και την απουσία κατάπτωσης και όψης κακουχίας. Μετά την λήψη του ιστορικού και την εκτίμηση της γενικής εικόνας του ανηλίκου ξεκίνησε η κλινική εξέταση κατά συστήματα […].
Κατόπιν, όλων αυτών των κλινικών εξετάσεων και σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα του παιδιού, και κυρίως από το ότι περιγραφόμενα συμπτώματα δεν ήταν θορυβώδη και έντονα (όπως θα ήταν, εν προκειμένω, πολλαπλά επεισόδια εμέτων που θα καθιστούσαν αδύνατη τη σίτιση, αλλεπάλληλες διαρροϊκές κενώσεις που θα αύξαναν τις απώλειες υγρών, συχνά και υψηλά πυρετικά κύματα που θα συντελούσαν στην αφυδάτωση), η πρώτη κατηγορουμένη εκτίμησε ορθά πως επρόκειτο για μία ιογενή λοίμωξη με εντόπιση στο γαστρεντερικό. Ακολούθως δε, έδωσε οδηγίες αντιμετώπισης και πιο συγκεκριμένα οδηγίες διατροφής με ελαφρά δίαιτα χωρίς λιπαρές τροφές και είδη περιπτέρου με παράλληλη λήψη πολλών υγρών, οδηγίες χειρισμού επεισοδίου εμέτου, ήτοι μετά τον εμετό έναρξη χορήγησης αρχικά υγρών και αφού παρέλθει μία ώρα επανασίτισης. Επίσης, επεσήμανε ότι το ανήλικο έπρεπε να επανεκτιμηθεί από παιδίατρο σε περίπτωση αδυναμίας πρόσληψης υγρών και τροφής από τα πολλαπλά επεισόδια εμέτων, επίμονης και παράτασης των ήδη υπαρχόντων συμπτωμάτων προσθήκης νέων συμπτωμάτων στην κλινική του εικόνα, όπως υψηλοί πυρετοί, εξανθήματα, οξύ κοιλιακό άλγος ή μεταβολής της γενικής κατάστασης και ιδίως αν το ανήλικο γίνονταν υπνηλικό, κακοδιάθετο ή παρουσίαζε αδυναμία.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ιατρική αντιμετώπιση του περιστατικού από την πρώτη κατηγορουμένη υπήρξε ορθή και εντός των πλαισίων κλινικής εξέτασης και αξιολόγησης των ευρημάτων, όπως αυτά συνάγονται από τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ουδεμία αμέλεια βαρύνει την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία έπραξε ακριβώς αυτά που επέτασσε η ιατρική επιστήμη και η κλινική εικόνα του ανηλίκου. Αιτιάσεις προς το πρόσωπό της, όπως η παράλειψη διενέργειας ιατρικών εξετάσεων, παράλειψη εισαγωγής του ανηλίκου στην Παιδιατρική Κλινική, ή ακόμα και η μη συνταγογράφηση φαρμακευτικής αγωγής στερούνται βασιμότητας. Πιο συγκεκριμένα, η ένδειξη για τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων είναι μόνο το καλούμενο διαγνωστικό αδιέξοδο, οπότε δεν μπορεί με άλλο τρόπο να διαγνωστεί η αιτία μίας ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας ασθενούς ανηλίκου, και η παρουσία κλινικών σημείων αφυδάτωσης. Αμφότερα όμως απουσίαζαν στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο ανήλικος […] ευρίσκονταν σε καλή γενική κατάσταση, τα συμπτώματα δεν ήταν θορυβώδη, διαρκούσαν μόλις 24 ώρες και, επιπλέον, δεν παρουσίαζε εικόνα αφυδάτωσης. Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εργαστηριακός έλεγχος θα παρουσίαζε κάποια ευρήματα που υποχρεωτικά θα άλλαζαν την αντιμετώπιση του ανηλίκου. Περαιτέρω, ανάγκη εισαγωγής στην προκειμένη περίπτωση θα υπήρχε εάν υπήρχε κλινικά διαπιστωμένη μέτρια προς σοβαρή αφυδάτωση (που θα απαιτούσε ενδοφλέβια ενυδάτωση), εμφάνιζε πολλαπλούς εμέτους την διάρκεια της παραμονής στα ΤΕΠ (που θα έδειχναν μια νόσο που προοδεύει γρήγορα και θα οδηγήσει πιθανά σε αφυδάτωση), διαπιστωνόταν μια κακή γενική κατάσταση του παιδιού, όπως υπνηλία και ληθαργικότητα, υπήρχε ένα υποκείμενο χρόνιο αναφερόμενο νόσημα ή άλλως διαπιστωνόταν ένα κακό κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον ή περιβάλλον παραμελημένης φροντίδας, περιστάσεις που όπως μνημονεύτηκε δεν συνέτρεχαν. Τέλος δε, απολύτως απαγορευτική είναι η λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Ειδικότερα, για ιογενή λοίμωξη […] και με τα μέχρι τότε συμπτώματα που αφορούσαν το γαστρεντερικό υπάρχει ισχυρή ιατρική αντένδειξη για χορήγηση αντιεμετικών και αντιδιαρροϊκων φαρμάκων, ενώ, ιδίως, η χορήγηση αντιβιοτικών αποτελεί σοβαρότατο ιατρικό σφάλμα […]. Έτσι, μετά την λήψη των οδηγιών, το ανήλικο επέστρεψε στην οικία του και ακολουθήθηκαν οι ληφθείσες ανωτέρω οδηγίες.
Την επομένη, 4η Μαΐου 2014, και ημέρα Κυριακή, η κατάσταση του ανηλίκου παρέμενε σταθερή, του δόθηκε να πιεί γάλα το οποίο όμως έκανε εμετό, εξακολουθούσε, όμως, να αρνείται να σιτιστεί […]. Την 7η Μαΐου 2014, και ημέρα Τετάρτη, τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν και η γιαγιά του, που τα πρωινά παρέμενε στο σπίτι των γονέων του παρακολουθώντας το ανήλικο για να μπορούν να εργάζονται οι γονείς του παρατήρησε ότι ο ανήλικος εγγονός της αρνούνταν να σιτιστεί και να λάβει υγρά […]. Παράλληλα δε, εκτιμώντας ότι ο εγγονός της παρουσίαζε ταχύτερη αναπνοή, ανησύχησε πολύ και […] έλαβε την πρωτοβουλία να μεταφέρει κρυφά από τους γονείς του τον εγγονό της σε ιδιώτη παιδίατρο. Έτσι, περί το μεσημέρι της ημέρας εκείνης και, χωρίς προηγουμένως να κλείσει ραντεβού μετέφερε με ταξί τον ανήλικο εγγονό της στο ιδιωτικό ιατρείο της δεύτερης κατηγορούμενης […]. Το ανήλικο, εκείνη τη στιγμή, είχε εικόνα ζωηρού περιπατητικού παιδιού με καλό χρώμα και χωρίς σημεία δυσφορίας λόγω πόνου ή αναπνευστικής δυσχέρειας. Κατά την λήψη του ιστορικού, η γιαγιά, κατά πρώτον, παρέδωσε το βιβλιάριο υγείας του παιδιού, από όπου προέκυπτε ότι δεν προϋπήρχε κάποια ασθένεια ή ότι αυτό είχε κατά το παρελθόν νοσηλευτεί. Ακολούθως, ζητήθηκε το ιστορικό του παιδιού […]. Μετά τη λήψη του ιστορικού του παιδιού άρχισε η κατά συστήματα εξέταση του ανηλίκου, με όμοιο τρόπο όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε σε σχέση με την πρώτη κατηγορουμένη. Επιπλέον δε, η δεύτερη κατηγορουμένη ζύγισε και μέτρησε το ανήλικο, εξέτασε το λαιμό του, ψηλάφισε τους τραχηλικούς λεμφαδένες, διαπίστωσε για πρώτη φορά εξέρυθρα παρίσθμια, ήτοι «κόκκινο λαιμό», χωρίς πύο, χωρίς βύσματα και ιδίως χωρίς φυσαλίδες, εύρημα αξιοπρόσεκτο, διότι οι φυσαλίδες στις αμυγδαλές μπορεί να παραπέμπουν σε μία ιογενή αμυγδαλίτιδα […]. Μετά την κλινική εξέταση ενημέρωσε τη γιαγιά ότι με την εικόνα που παρουσίαζε το παιδί δεν διαπιστώνονταν κάτι το παθολογικό και σε συνδυασμό με το ιστορικό που της δόθηκε, πιθανότατα επρόκειτο για μία ιογενή γαστρεντερίτιδα, κατάσταση που συνάδει με την παρουσιαζόμενη ανορεξία που εμφάνιζε εκείνες τις ημέρες το παιδί. Ακολούθως, έδωσε αναλυτικά διατροφικές οδηγίες […]. Τέλος, συνέστησε στη γιαγιά ότι αν τυχόν το παιδί επανεμφανίσει πυρετό, κάνει πολλές διάρροιες, κάνει εμετούς, ή εμφανίσει οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να επανεξεταστεί από γιατρό.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ιατρική αντιμετώπιση του περιστατικού από την δεύτερη κατηγορουμένη υπήρξε ορθή και εντός των πλαισίων κλινικής εξέτασης και αξιολόγησης των ευρημάτων, όπως αυτά συνάγονται από τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ουδεμία αμέλεια βαρύνει την δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία έπραξε ακριβώς αυτά που επέτασσε η ιατρική επιστήμη και η κλινική εικόνα του ανηλίκου. Αιτιάσεις προς το πρόσωπό της, όπως ότι δεν παρήγγειλε εργαστηριακό έλεγχο, στερούνται βασιμότητας, εφόσον κατά τη στιγμή που εξέταζε το παιδί οι απόλυτες ενδείξεις εργαστηριακού ελέγχου είναι ένα σοβαρό, υψηλό ή παρατεταμένο, εμπύρετο, όταν υπάρχουν ενδείξεις αφυδάτωσης μετά από παρατεταμένο επεισόδιο διάρροιας ή μετά από ακατάσχετους εμετούς, όταν υπάρχει έντονο κοιλιακό άλγος, όταν τα κόπρανα του παιδιού περιέχουν βλέννη ή αίμα, όταν έχουμε σοβαρό εμπύρετο σε συνδυασμό με πυώδη βύσματα στις αμυγδαλές ή τραχηλική λεμφαδενίτιδα. Κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από το δοθέν ιστορικό και την κλινική εικόνα του ανηλίκου. Ομοίως, η εικόνα του παιδιού δεν έθετε ως αναγκαιότητα την συμβουλή για εισαγωγή στο νοσοκομείο ή για λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Μάλιστα για το ζήτημα της λήψης αντιβιοτικών ή άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων ισχύουν όλα όσα ακριβώς μνημονεύτηκαν ανωτέρω και για την περίπτωση της πρώτης κατηγορουμένης. Το γεγονός δε, ότι το ανήλικο είχε μία εμμένουσα ίωση από την 1η Μαΐου δεν διαφοροποιεί την σχετική κρίση, αφού ουδεμία ένδειξη λήψης φαρμάκων είχε αναφανεί.
Το ίδιο βράδυ της 7ης Μαΐου 2014, η μητέρα του ανηλίκου, και ενώ είχε πληροφορηθεί την επίσκεψη στην ιδιώτη ιατρό και τις οδηγίες που της είχαν δοθεί, διαπίστωσε ότι τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν και, επιπλέον, ότι η κατάστασή του εξακολουθούσε να μην είναι καλή, θορυβήθηκε ιδιαίτερα και κάλεσε τον σύζυγό της να επιστρέφει από εξωτερική εργασία και να μεταφέρουν το ανήλικο εκ νέου στο νοσοκομείο για εκτίμηση. Επεσήμανε δε, με αγωνία ότι πλέον ως σύμπτωμα είχε προστεθεί και το γεγονός το παιδί πλέον δεν σηκωνόταν καθόλου από το κρεβάτι, γεγονός που διαπίστωσε και ο πατέρας του όταν το είδε. Για τον λόγο αυτό, αμφότεροι οι γονείς του ανηλίκου μετέφεραν το τέκνο τους στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών περί ώρα 22.30 για επανεξέταση και επανεκτίμηση.
Εκείνο το βράδυ και δη από τις 09.00 π.μ. της ίδιας ημέρας έως και τις 09.00 π.μ. της 8ης Μαΐου [2014] βρισκόταν σε εφημερία αφενός μεν ως παιδίατρος της Παιδιατρικής Κλινικής η τρίτη κατηγορουμένη, Διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής και η ειδικευόμενη της παιδιατρικής […]. Η αρχική εξέταση του ανηλίκου, μετά τη λήψη όλου του ιστορικού, στο οποίο πλέον είχαν προστεθεί πέραν της πολυήμερης νόσησης του παιδιού και οι δύο επισκέψεις στους ανωτέρω ιατρούς, έλαβε χώρα από την ανωτέρω ειδικευόμενη. Μετά την κατά συστήματα εξέταση του ανηλίκου με τον προσήκοντα τρόπο η ανωτέρω ιατρός διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα νήπιο αιμοδυναμικά σταθερό, απύρετο, με μόνο παθολογικό εύρημα την ύπαρξη με παθολογικό εύρημα παρίσθμια εξέρυθρα, δηλαδή κόκκινο λαιμό με βίσματα. Η ειδικευόμενη, μετά την κλινική εξέταση, έλαβε και δείγματα από το λαιμό του ανηλίκου για διενέργεια strep test που αποτελεί εξέταση δείγματος ανίχνευσης αντιγόνου του στρεπτόκοκκου, προκειμένου να αποκλειστεί η μικροβιακή λοίμωξη. Η εξέταση του ανηλίκου επιβεβαίωνε τα συμπτώματα ιογενούς λοίμωξης που εκδηλώνεται σε μία γαστρεντερίτιδα με αμυγδαλίτιδα. Η εξέταση αναμένονταν να περατωθεί με τη λήψη παρόμοιων οδηγιών με αυτές που δύο φορές είχαν ήδη δοθεί, δεδομένου ότι κανένα νέο θορυβώδες σύμπτωμα δεν είχε προστεθεί, ενώ και η εικόνα εμμένουσας επί πενθήμερο ιογενούς λοίμωξης δεν ήταν ανησυχητικό γεγονός, αλλά συνηθισμένο. Εντούτοις, οι γονείς του ανηλίκου και δη ο πατέρας του είχαν θορυβηθεί από την ασθένεια του τέκνου τους και εξέφρασαν με έντονο τρόπο την δυσπιστία τους αφενός για την ικανότητα της ειδικευόμενης αφετέρου για αυτό που οι ίδιοι εξελάμβαναν ως αδιαφορία ήτοι το ότι δεν συνταγογραφούσε αιματολογικές ή άλλου είδους εξετάσεις. Μάλιστα προς το σκοπό αυτό επέμειναν στην εξέταση του τέκνου τους από την παιδίατρο που είχε εφημερία εκείνη την ημέρα. Όντως περί ώρα 23.45 ειδοποιήθηκε η τρίτη κατηγορουμένη να προσέλθει στο χώρο των εξωτερικών ιατρείων, αφού έλαβε γνώση του περιστατικού και της υπερβάλλουσας ανησυχίας των γονέων του ανηλίκου. Μετά την εξέταση του ανηλίκου κατά τον αρμόζοντα ιατρικά τρόπο και από την τρίτη κατηγορουμένη, ήτοι ακρόαση στο θώρακα, ψηλάφηση σε κοιλία και λαιμό κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η τελευταία διαπίστωσε την ύπαρξη εξιδρώματος στις αμυγδαλές, ελαφρώς ψηλαφητούς αδένες και ήπια ηπατομεγαλία. Παράλληλα, ήρθαν και τα αποτελέσματα του strep test που ήταν αρνητικά επιβεβαιώνοντας την απουσία μικροβιακής λοίμωξης.
Ενόψει των ανωτέρω, της ενδελεχούς κλινικής εξέτασης του ανηλίκου τελεσθείσα με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και λαμβάνοντας γνώση του αρνητικού strep test η τρίτη κατηγορουμένη, όπως και οι τρεις προηγούμενοι συνάδελφοί της (δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και η ειδικευόμενη της παιδιατρικής […]), διέγνωσε ορθά ιογενή λοίμωξη. Ακόλουθα έδωσε οδηγίες, κατά το πρωτόκολλο, στους γονείς, όσον αφορά την ξεκούραση και τη διατροφή του. Μετά τη σχετική ενημέρωση των γονέων, εντούτοις, συνάντησε έντονη αντίδραση από τον πατέρα του ανηλίκου, ο οποίος υπολαμβάνοντας ότι οι γιατροί δεν ασχολούνται με το πρόβλημα υγείας του υιού του, επέμεινε στη διενέργεια εξετάσεων. Έτσι, η τρίτη κατηγορουμένη, προκειμένου να καθησυχάσει τους γονείς παρήγγειλε τη διενέργεια αιματολογικών-βιοχημικών εξετάσεων που θα πραγματοποιούνταν το πρωί και, επίσης, όρισε επανεκτίμηση της κατάστασης του παιδιού το πρωί. Μετά από αυτό, το ανήλικο επέστρεψε στο σπίτι του.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ιατρική αντιμετώπιση του περιστατικού από την τρίτη κατηγορουμένη υπήρξε ορθή και εντός των πλαισίων κλινικής εξέτασης και αξιολόγησης των ευρημάτων, όπως αυτά συνάγονται από τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ουδεμία αμέλεια βαρύνει την τρίτη κατηγορουμένη, η οποία έπραξε ακριβώς αυτά που επέτασσε η ιατρική επιστήμη και η κλινική εικόνα του ανηλίκου. Αιτιάσεις προς το πρόσωπό της, όπως η παράλειψη εισαγωγής του ανηλίκου στην Παιδιατρική Κλινική, ή ακόμα και η μη συνταγογράφηση φαρμακευτικής αγωγής στερούνται βασιμότητας. Ειδικότερα, ανάγκη εισαγωγής στην προκειμένη περίπτωση θα υπήρχε εάν υπήρχε κλινικά διαπιστωμένη μέτρια προς σοβαρή αφυδάτωση (που θα απαιτούσε ενδοφλέβια ενυδάτωση), εμφάνιζε πολλαπλούς εμέτους την διάρκεια της παραμονής στα ΤΕΠ (που θα έδειχναν μια νόσο που προοδεύει γρήγορα και θα οδηγήσει πιθανά σε αφυδάτωση), διαπιστωνόταν μια κακή γενική κατάσταση του παιδιού, όπως υπνηλία και ληθαργικότητα, υπήρχε ένα υποκείμενο χρόνιο αναφερόμενο νόσημα ή άλλως διαπιστωνόταν ένα κακό κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον ή περιβάλλον παραμελημένης φροντίδας, περιστάσεις που όπως μνημονεύτηκε δεν συνέτρεχαν. Τέλος δε, απολύτως απαγορευτική είναι η λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Ειδικότερα, για ιογενή λοίμωξη με τα μέχρι τότε συμπτώματα που αφορούσαν το γαστρεντερικό υπάρχει ισχυρή ιατρική αντένδειξη για χορήγηση αντιεμετικών και αντιδιαρροϊκων φαρμάκων, ενώ, ιδίως, η χορήγηση αντιβιοτικών αποτελεί σοβαρότατο ιατρικό σφάλμα. Ομοίως δε, αντιϊκα φάρμακα δε χορηγούνται σε καμία περίπτωση σε ιογενείς λοιμώξεις ρουτίνας σε παιδιατρικούς ασθενείς πάρα μόνο σε εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε βαριά νόσηση από τον ιό της γρίπης, σε προσβολή από τον HIV, σε έρπητα ζωστήρα ή ερμητική εγκεφαλίτιδα.
Την επομένη ημέρα 8 Μαΐου 2014, ημέρα Πέμπτη, και κατά τις πρωινές ώρες, το ανήλικο τέκνο συνοδευόμενο από τον πατέρα του προσήλθε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνης, οπότε και έλαβαν χώρα αιματολογικές εξετάσεις και βιοχημικές εξετάσεις. Την ημέρα εκείνη εφημερία στην παιδιατρική κλινική είχαν η τέταρτη κατηγορούμενη, τότε Επιμελήτρια Β΄ Παιδιατρικής, και η […], ειδικευόμενη Γενικής Ιατρικής. Το πρωί παραδόθηκαν στους ανωτέρω ιατρούς από τους ιατρούς της προηγούμενης εφημερίας της οι εκκρεμότητες της προηγούμενης ημέρας, ήτοι έγινε μνεία των περιστατικών που είναι άξια λόγου. Μεταξύ δε αυτών η ειδικευόμενη που εφημέρευε το προηγούμενο βράδυ τους ενημέρωσε για την εξέταση του ανηλίκου […]. Οι ανωτέρω εξετάσεις επιβεβαίωναν την αρχική διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης, πλην όμως η τέταρτη κατηγορούμενη θεώρησε ορθότερο να εξετάσει το ανήλικο για ενδεχόμενη αφυδάτωση, δεδομένου ότι οι δείκτες της ουρίας ήταν 39, ενδεικτικό ήπιας αφυδάτωσης, αφού έκρινε ότι η ουρία καλύτερα θα ήταν να είναι κάτω του 30, χωρίς βέβαια να κρίνεται ότι η κατάσταση του ανηλίκου παρέπεμπε σε εικόνα μέτριας ή βαριάς αφυδάτωσης, οπότε και οι δείκτες θα έπρεπε να είναι στην μεν μέτρια περίπου 50-60, στη δε βαριά περίπου 80. Έτσι ενημέρωσε τον πατέρα του ανηλίκου να το φέρει στην κλινική για επανεξέταση, γεγονός που όντως έγινε περί τις 15.00.
Η τέταρτη κατηγορουμένη, αφού έλαβε το ιστορικό από τον πατέρα δεν διαπίστωσε ότι η πορεία της υγείας του ανηλίκου παρουσίαζε επιδείνωση, αφού είχε ξεκινήσει με μία δύο διαρροϊκές κενώσεις, με ένα δύο εμέτους, είχε εξεταστεί μία φορά, μετά βελτιώθηκε λίγο μια-δυο μέρες, είχε πάει σε ιδιώτη παιδίατρο, διότι δεν περνούσαν τα συμπτώματα, γιατί συνέχιζε το παιδί να μην τρώει, να μην είναι τόσο ζωηρό και να κάνει κάποιους εμετούς ένα δύο την ημέρα και ότι και την ίδια ημέρα είχε έρθει και στο Νοσοκομείο, το προηγούμενο βράδυ […]. Στη συνέχεια εξέτασε το παιδί κατά συστήματα, διαπιστώνοντας ότι αυτό είχε μία ήπια ωχρότητα, έδειχνε κουρασμένο αλλά ήταν καθιστό και επικοινωνούσε […]. Από την κλινική του εξέταση τώρα, εκτός από την ήπια αφυδάτωση, επιβεβαίωσε και την εικόνα αμυγδαλίτιδας, ήτοι διαπίστωσε φλεγμονή των αμυγδαλών και έκρινε ότι ήταν πολύ πιθανό να υπάρχει σύνδρομο λοιμώδους μονοπυρήνωσης, αφού το σύνδρομο αυτό περιλαμβάνει αμυγδαλίτιδα, φλεγμονή των αμυγδαλών δηλαδή, περιλαμβάνει πολλές φορές όχι πάντα ηπατικά αυξημένα, κακουχία, κόπωση και ανορεξία. Ακολούθως, η τέταρτη κατηγορούμενη ενημέρωσε τον πατέρα του ανηλίκου για την ιατρική της εκτίμηση και για το γεγονός ότι κατά βάση η κατάσταση δεν ενέπνεε ανησυχία. Τον ρώτησε σε σχέση με το αν το ανήλικο όλες τις μέρες της νόσησής του πίνει και τρώει και σε ποια ποσότητα και αν τους είχαν συστήσει να χρησιμοποιήσουν Almoral, γεγονός που επιβεβαιώθηκε.
Κατόπιν όλων αυτών των πληροφοριών και παρόλο που η κατάσταση του παιδιού δεν κρινόταν ιδιαίτερα ανησυχητική βάσει των ευρημάτων, αποφάσισε να γίνει εισαγωγή του ανηλίκου για παρακολούθηση και περαιτέρω διερεύνηση και κατά πρώτον για να το ενυδατώσει, προκειμένου η ενυδάτωση να είναι άριστη […]. Εν προκειμένω δε, οι εξετάσεις που διενεργήθηκαν ήταν φυσιολογικές […].
Η εισαγωγή του ανηλίκου έλαβε χώρα περί ώρα 15.40 […]. Η τέταρτη κατηγορούμενη, παρήγγειλε την τοποθέτηση ορού για ενυδάτωση και ιδίως την τρίωρη θερμομέτρηση και λήψη ζωτικών ανά 4-6 ώρες. Επιπλέον πήρε αίμα για ηπατίτιδες (Β και C) που έστειλε στο εργαστήριο του Νοσοκομείου και κράτησε αίμα για να στείλει έλεγχο για «ηπατοτρόπους» ιούς σε εξωτερικό εργαστήριο. Σε σχέση με την χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών παραγγέλθηκε η παροχή αρχικά 300ml σε δύο ώρες και εν συνεχεία 1.500 ml ανά 24ωρο, με υπολογισμό των χορηγούμενων υγρών με βάση το βάρους του παιδιού που ήταν 16 κιλά και του ποσοστού αφυδάτωσής του (3%) […]. Συνολικά λοιπόν όφειλε να χορηγήσει 1780 ml / 24ωρο και πράγματι παρήγγειλε χορήγηση 1800 ml / 24ωρο […]. Στις 16.00 περίπου επισκέφτηκε το θάλαμο του ασθενούς στην κλινική. Το παιδί είχε καλό επίπεδο συνείδησης, δεν είχε βήχα, δεν είχε δύσπνοια και δεν είχε νευρολογικά σημεία […].
Ακολούθως, η τέταρτη κατηγορουμένη επισκέφτηκε τον ανήλικο […] περί τις 21.00 της ιδίας ημέρας μαζί με την ειδικευόμενη […] στα πλαίσια του τακτικού ελέγχου των ασθενών της κλινικής. Κατά την εξέταση, αφού έλαβε πληροφορίες για τα ζωτικά του σημεία, και αφού το ξύπνησε, καθότι κοιμόταν, το εξέτασε κλινικά λαμβάνοντας ωστόσο από την μητέρα αυτού την πληροφόρηση ότι το παιδί από το πρωί, δεν είχε ξαναουρήσει. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι τα ζωτικά σημεία του παιδιού παρέμειναν καλά και σταθερά, δηλαδή η πίεση του αίματος, οι σφίξεις, ο κορεσμός, η θερμοκρασία, το παιδί, επιπλέον, δεν είχε κάνει διάρροια, δεν είχε κάνει εμετό, και δεν είχε κάνει πυρετό. Εφόσον η κατάσταση ήταν σταθερή, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένδειξη για περαιτέρω εργαστηριακές εξετάσεις ή για αλλαγή θεραπευτικού πρωτοκόλλου, ενώ και η μητέρα του που ήταν πλέον μαζί του δεν ανέφερε κάποιο ανησυχητικό σύμπτωμα πέραν της αγωνίας της για την πορεία της υγείας του γιου της. Από το χρονικό σημείο εκείνο έως και τις 23.00 καμία νοσηλεύτρια δεν διαπίστωσε αλλαγή στην κατάσταση της υγείας του ανηλίκου, ενώ ομοίως και οι γονείς του που εναλλάσσονταν δίπλα του στο νοσοκομείο δεν ανέφεραν κάτι το ανησυχητικό. Η τέταρτη κατηγορούμενη αποχωρώντας, μετά την ανωτέρω εξέταση του ανηλίκου, ανέφερε στην νοσηλεύτρια ότι αν σε μία δύο ώρες δεν ουρούσε το παιδί θα έβαζε καθετήρα. Η θεραπευτική αυτή επιλογή της τοποθέτησης καθετήρα μετά από δίωρο ήταν ορθή ιατρικά, εφόσον ο εργαστηριακός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας ήταν καλός, επιπρόσθετα οι ηλεκτρολύτες ομοίως ήταν καλοί, δεν υπήρχε προσβολή στα νεφρά, και έτσι υπήρχε περιθώριο μία έως δύο ωρών για παρακολούθηση.
Στη συνέχεια αμφότεροι οι γιατροί μετέβησαν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, και κατά τις 23.00, που σταματάει η λειτουργία των ΤΕΠ και η εφημερία συνεχίζεται από το παιδιατρικό τμήμα, επανήλθαν στην κλινική. Περίπου την ίδια χρονική στιγμή, ήτοι περί τις 23.00, η νοσηλεύτρια της κλινικής εισερχόμενη στο δωμάτιο του ανηλίκου παρατήρησε ότι το παιδί είχε τάση για εμετό, τα χείλη του είχαν χρώμα προς το μπλε και κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή το παιδί άρχιζε να παρουσιάζει ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής του, εισερχόμενο σε κατάσταση shock, αφού παρουσίαζε πολύ χαμηλή πίεση, χαμηλό οξυγόνο και ταχύπνοια με γογγυσμό, κακό σφιγμό, καθώς και κυάνωση χειλέων και ψυχρά άκρα. Ο ανήλικος μεταφέρθηκε στο εξεταστήριο […]. Περί ώρα 00.30 κλήθηκε αναισθησιολόγος και έλαβε χώρα συνεννόηση με τη ΜΕΘ Παίδων ΠΑΓΝΗ. Τοποθετήθηκε ουροκαθετήρας ο οποίος απέδωσε αρκετά ούρα, ενδεικτικό λειτουργίας των νεφρών, […] και τέθηκε ορός. Τα ανωτέρω δε, έλαβαν χώρα προς αντιμετώπιση του σοκ, ακολούθως δε, ο ανήλικος μεταφέρθηκε στην ανάνηψη των ΤΕΠ για να διασωληνωθεί προς μεταφορά. Στην ανάνηψη ο ανήλικος είχε κλάμα, πολύ ψυχρά άκρα, η δε αρτηριακή του πίεση ήταν αδύνατο να μετρηθεί, έγινε δε καταστολή και διασωλήνωση για τη μεταφορά. Ωστόσο, 5-10 λεπτά μετά τη διασωλήνωση κι ενώ γίνονταν προσπάθειες για δεύτερη φλεβική γραμμή ο ανήλικος εμφάνισε βραδυκαρδία προοδευτικά επιδεινούμενη, οπότε κλήθηκε καρδιολόγος και ακολούθησε προσπάθεια ανάνηψης για μια ώρα που δεν απέδωσε με αποτέλεσμα το ανήλικο να αποβιώσει με αναγραφόμενη ώρα θανάτου 02:13 και αμέσως ενημερώθηκαν οι γονείς του.
Μετά το θάνατο του ανηλίκου διενεργήθηκε ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη από τον Ιατροδικαστή […] και καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Στον εγκέφαλο υπεραιμία και εγκεφαλικό οίδημα, β) στους αδένες του λαιμού, οι αμυγδαλές με εστίες πύου (εντονότατα δεξιά), γ) στους πνεύμονες, συμπαγείς με μακροσκοπική κατάργηση της ιστικής αρχιτεκτονικής δομής, δ) στο ήπαρ, μακροσκοπική αλλοίωση της χροιάς και της ιστικής δομής, ε) στον σπλήνα, στις διατομές εστίες πύου και στ) στους νεφρούς, εικόνα καταπληξίας. Σύμφωνα δε, με σημείωση στην εν λόγω ιατροδικαστική έκθεση πραγματοποιήθηκε μικροσκοπική μελέτη από τους ιατροδικαστές […] και σε δεύτερο χρόνο εκ νέου δειγματοληψία και εκ νέου μικροσκοπική μελέτη από τον παθολογοανατόμο […]. Αναφέρεται ως μικροσκοπική διάγνωση από τον ίδιο ιατροδικαστή αυτολεξεί «πλην εικόνας οξείας φλεγμονής στις αμυγδαλές, ουδέν». Τέλος, αναφέρεται ως συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ανήλικου ταξινομείται ως «αδιευκρίνιστος». Επισημαίνεται ότι ως αίτια θανάτου νοείται η νόσος ή η πάθηση ή συγγενής ανωμαλία ή κάκωση ή δηλητηρίαση ως οντότητες που προκάλεσαν το θάνατο άμεσα ή έμμεσα. Αιτία θανάτου δεν αποτελούν τα συμπτώματα ή οι κλινικές εκδηλώσεις π.χ. πνευμονικό οίδημα, ανακοπή κ.λπ., που είναι κοινά σε πολλές παθολογικές ή τραυματικές καταστάσεις και δεν καθορίζουν την αιτία του θανάτου. Η αιτία θανάτου διακρίνεται στην αρχική αιτία δηλαδή εκείνη που προκάλεσε την εκδήλωση της παθολογικής κατάστασης που επέφερε το θάνατο (τελική αιτία θανάτου) άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα με τη μεσολάβηση άλλης (ενδιάμεση αιτία) […].
Στην προκειμένη περίπτωση, ληφθέντων επιπλέον και πλακιδίων ιστών από τον ανωτέρω Ιατροδικαστή διενεργήθηκε, ακολούθως, και ιστολογική εξέταση από την Αναπλ. Καθηγήτρια – Διευθύντρια του παθολογοανατομικού εργαστηρίου ΠΑΓΝΗ, […], κατά την οποία αναφέρεται ότι στη μικροσκοπική εξέταση παρατηρήθηκαν: […]. Συμπερασματικά αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση ότι πλην της οξείας αμυγδαλίτιδας, τα λοιπά ευρήματα δεν είναι ειδικά για να τεκμηριώσουν νοσολογική οντότητα. Μάλιστα, εξεταζόμενη η εν λόγω ιατρός επιβεβαίωσε ότι το μόνο παθολογικό στοιχείο που διαπίστωσε ήταν η οξεία αμυγδαλίτιδα και τίποτα άλλο, παρά την όποια ενδεχομένως άλλη εντύπωση δίδει η ιατροδικαστική έκθεση […]. Περαιτέρω, δε, διαβεβαίωσε η εν λόγω ιατρός ότι το ανήλικο δεν είχε πνευμονία, ούτε στον εγκέφαλο διαπιστώθηκε κάτι περίεργο (ενώ αυτό που λέει οίδημα στον εγκέφαλο ο ιατροδικαστής μπορεί να είναι και θέμα μονιμοποιήσεως ή μεταθανάτιο εύρημα), σηψαιμία δεν υπάρχει διότι αν είχε σηψαιμία το ανήλικο, τότε ο μικροβιακός παράγων θα είχε διασπαρεί αιματογενώς, και άρα θα έπρεπε να υπάρχει σε περισσότερα όργανα η εικόνα των αποστημάτων. Ομοίως στο ήπαρ δεν παρατήρησε κάτι το παθολογικό, άρα τα ελάχιστα αυξημένα ηπατικά ένζυμα δεν σχετίζονται με ηπατική βλάβη. Καταπληξία δε, σε κανένα όργανο δεν διαπίστωσε.
Σε σχέση με το ακριβές αίτιο θανάτου αυτό παρέμεινε αδιευκρίνιστο, όπως πολλές φορές παρατηρείται στην κλινική πράξη, καθώς διαβεβαιώνει περί τούτου και η καθηγήτρια Παιδιατρικής-Λοιμωξιολογίας […] στην από 22.2.2018 ιατρική της γνωμάτευση. Εντούτοις, ως αρχικό αίτιο της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του ανηλίκου μπορεί να αποκλειστεί η μικροβιακή λοίμωξη. Ειδικότερα, από τις σαφείς επισημάνσεις της ανωτέρω καθηγήτριας συνάγεται ότι τα συμπτώματα του παιδιού ήταν ενδεικτικά ιογενούς γαστρεντερίτιδας […]. Προκειμένου να χορηγήσει ο ιατρός αντιβιοτικά, θα πρέπει να έχει μικροβιολογική επιβεβαίωση (πχ θετικό strep test) […]. Επιπλέον δε, η κατάσταση αυτή δεν προβάλλει με εικόνα γαστρεντερίτιδας. Ειδικότερα, το ανήλικο δεν εμφάνισε ποτέ υψηλό πυρετό, ήταν απύρετο για μεγάλο χρονικό διάστημα (περισσότερο από δύο εικοσιτετράωρα) πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο, γεγονός που επίσης απομακρύνει τη σκέψη από το ενδεχόμενο βακτηριακής λοίμωξης […]. Συνεπώς, επρόκειτο για ιογενή λοίμωξη που είτε προκάλεσε πολυοργανική ανεπάρκεια και καταπληξία είτε προκάλεσε στον ασθενή μυοκαρδίτιδα με πρόκληση καρδιογενούς καταπληξίας.
Εκ των δεδομένων αυτών δικαιολογημένα δεν χορηγήθηκαν αντιβιοτικά από τους ιατρούς στο ανήλικο, εφόσον κατά την αρχική εξέταση και κατά την εισαγωγή του δεν υπήρχαν κλινικά ή εργαστηριακά ευρήματα ενδεικτικά βακτηριακής λοίμωξης. Η πιθανή χορήγηση αντιβιοτικών αφενός μεν δεν ενδείκνυται σε αυτές τις περιπτώσεις αφετέρου δε, δεν θα επηρέαζε την πορεία της νόσου. Σε όμοιο συμπέρασμα καταλήγουν τόσο η επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής […] με την από 11.8.2016 ιατρική της πραγματογνωμοσύνη της που με σαφήνεια εκθέτει περαιτέρω ότι δεν υπάρχει ούτε εμπειρική ούτε στοχευμένη θεραπευτική αγωγή σε παιδιά με ανάλογη κλινική και εργαστηριακή εικόνα, ενώ οι σπάνιες, σοβαρές, ενίοτε και μοιραίες επιπλοκές των ιογενών λοιμώξεων δεν μπορούν ούτε να προβλεφθούν ούτε να προληφθούν. Περαιτέρω, σε όμοια συμπεράσματα καταλήγει και ο μάρτυρας […], Παιδίατρος-Λοιμωξιολόγος, Διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, που αποκλείει και αυτός την μικροβιακή λοίμωξη βάσει του αποτελέσματος του strep-test, των αιματολογικών-βιοχημικών εξετάσεων, των μνημονευθεισών κλινικών εξετάσεων και της γενικότερης εικόνας του παιδιού. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ένδειξη για χορήγηση αντιβίωσης, η οποία ακόμα και αν χορηγούνταν (κίνηση εσφαλμένη και μη επιθυμητή, όπως εκθέτει) ουδεμία διαφοροποίηση θα υπήρχε στην πορεία της νόσου.
Έτι περισσότερο σαφής ήταν και ο ιατρός παιδίατρος, Διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, […], ο οποίος εξέθεσε με περισσή σαφήνεια ότι η κλινική εικόνα του παιδιού σε συνδυασμό με την ένδειξη στις εξετάσεις 21.000 λευκών, με τον τύπο, μάλιστα, των λευκών που παρουσιάζει, CRP αρνητική και αρνητικό strep-test υποδηλώνει ίωση […]. Επεσήμανε δε, ότι η στρεπτοκοκκική λοίμωξη είναι βαριά νόσος, κατά την οποία ο ανήλικος ασθενής δεν μπορεί να καταπιεί, έχει σαράντα πυρετό με ρίγος, έχει διογκωμένους αδένες, στοιχεία που κλινικά δεν εμφανίζονταν στο ανήλικο. Τόνισε δε ότι η αμυγδαλίτιδα είναι μεν σοβαρή νόσος, αλλά δεν οδηγεί σε θάνατο, αφού η αμυγδαλίτιδα αλλά και η πνευμονία είναι αυτοπεριοριζόμενες νόσοι. Στην προκειμένη δε περίπτωση, πιθανολόγησε ότι η γρήγορη κατάρρευση του παιδιού οφείλεται εστιακή μυοκαρδίτιδα, που σημαίνει ότι ένα μικρό τμήμα της καρδιάς έπαθε βλάβη από τον ιό, και η οποία στη νεκροψία δεν αποδεικνύεται. Σε κάθε δε, περίπτωση δεν είναι κάτι το οποίο είναι αντιμετωπίσιμο ιατρικώς.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να προκύψει από την ιατροδικαστική έκθεση του […], ο οποίος ως είρηται δεν κατέληξε στην αιτία του θανάτου […]. Σφάλμα του ανωτέρω ιατροδικαστή ήταν ότι, καίτοι η τελική κατάληξη του παιδιού ήταν βραδυκαρδία και εικόνα καρδιακών αρρυθμιών και πτώσεις του καρδιαγγειακού συστήματος, δεν έλαβε από όλη την καρδιά περισσότερες τομές και δη από το ερεθισματαγωγό σύστημα. Έτσι χάθηκε η ευκαιρία να διευκρινιστεί η ακριβής αιτία θανάτου από τις ιστολογικές […].
Ο ίδιος ο [ιατροδικαστής], εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως η κατάθεσή του αποτυπώνεται στα αναγνωστέα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και απολογούμενος για τις πλημμέλειες της έκθεσής του, επιβεβαίωσε ότι η τελική «επικύρωση» μίας ιατροδικαστικής έκθεσης είναι οι ιστολογικές εξετάσεις, οι οποίες και σαφώς δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη βακτηρίου […].
Ενόψει των ανωτέρω, η ιατροδικαστική έκθεση, υπό το πρίσμα και των άλλων ευρημάτων αλλά και κατόπιν εκτίμησης της επιστημονικής της πληρότητας, δεν οδηγεί με βεβαιότητα στην θεμελίωση της θέσης περί βακτηριακής λοίμωξης. Ομοίως, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την έκθεση του πραγματογνώμονα της οικογενείας του ανηλίκου και ιατροδικαστή …, ο οποίος εδράζοντας την επιχειρηματολογία του στις διαπιστώσεις του ιατροδικαστή ..., περί των ανωτέρω, και την ακρίβεια των οποίων δεν αμφισβητεί, ομιλεί για βαρύτατη λοίμωξη που προκάλεσε σηψαιμία και πολυοργανική ανεπάρκεια. Για να συνδέσει δε την νοσογόνο αυτή κατάσταση με την ευθύνη των κατηγορουμένων ιατρών εκθέτει ότι μία τέτοια βαρύτατη λοίμωξη που για μέρες δεν αντιμετωπίστηκε, μόνο τελευταία στιγμή δόθηκε αντιβίωση, σημαίνει ότι αφέθηκε και εξελίχθηκε χωρίς κανένα φραγμό και έτσι επήλθε το τραγικό αποτέλεσμα, να έχουμε προσβολή του νεφρού, προσβολή του ήπατος. Οι διαπιστώσεις, όμως, του εν λόγω ιατρού, είναι εσφαλμένες, καθόσον σηψαιμία και αλλοίωση σε κάποιο όργανο λόγω φλεγμονής δεν επιβεβαιώθηκε ιστολογικά. Δεν ανευρέθηκε πνευμονία και δεν ανευρέθηκε τέτοια βλάβη σε κάποιο άλλο όργανο, όπως το ήπαρ και τα νεφρά, γεγονός που θα έδειχνε σηψαιμία [...].