ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός απόφασης: 163/2025
(Αριθ. Πρωτ. Στο πρώην Ειρηνοδικείο ___: ___)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή ___, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίσθηκε από τον Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο ___, Πρόεδρο Πρωτοδικών με την υπ’ αριθμ. ___ πράξη από τη Γραμματέα ___.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις ___ για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ___ και το δ.τ ___, με έδρα στο Ρέθυμνο στο δ.δ ___, με Α.Φ.Μ.: ___, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ρεθύμνου Εμμανουήλ Πετρακάκη με ΑΜ/ΔΣΡ: 170 και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ___ που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ___, με Α.Φ.Μ.: ___, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ρεθύμνου ___ με ΑΜ/ΔΣΡ: ___ και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
{…}
Η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, εκθέτει ότι διατηρεί τον υπ’ αριθμ. ___ τραπεζικό λογαριασμό όψεως στην εναγόμενη τραπεζική εταιρεία. Ότι, επιπλέον, έχει ενεργοποιήσει και κάνει χρήση της παρεχόμενης από την εναγόμενη υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής (e – banking). Ότι στις ___ ο νόμιμος εκπρόσωπος της, __ έλαβε τηλεφωνική κλήση στο κινητό του τηλέφωνο από κύριο ονόματι ___, ο οποίος του συστήθηκε ως υπάλληλος της ΔΕΔΔΗΕ και τον ενημέρωσε ότι θα του προωθήσει στο κινητό του τηλέφωνο σύνδεσμο για να λάβει η ενάγουσα εταιρεία επιστροφή χρημάτων. Ότι πράγματι ο νόμιμος εκπρόσωπος έλαβε σύνδεσμο στο κινητό του τηλέφωνο, τον οποίο χρησιμοποίησε για να λάβει επιστροφή των χρημάτων, ωστόσο άμεσα διαπίστωσε ότι επρόκειτο για απάτη και σταμάτησε τη διαδικασία. Ότι μετέπειτα εισήλθε στον e – banking της ενάγουσας και διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί χρηματικά ποσά από τον λογαριασμό της σε άγνωστα πρόσωπα στα οποία δεν είχε οφειλή. Ότι οι δράστες αφού υπέκλεψαν μέσω του ως άνω συνδέσμου τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας (κωδικό συνδρομητή (user id) όσο και τον κωδικό password) παρενέβησαν στο λογισμικό της εναγόμενης και έδωσαν μη εγκεκριμένες από την ενάγουσα εντολές μεταφοράς χρηματικών ποσών, τις οποίες η εναγόμενη, ως μη όφειλε, τις εκτέλεσε. Ότι στις ___ πραγματοποιήθηκαν οι εξής συναλλαγές: α) Στις 14:51 ολοκληρώθηκε η συναλλαγή για μεταφορά ποσού 1.950 ευρώ στον υπ’ αριθμ. ___ λογαριασμό που διατηρείται στην εναγόμενη με δικαιούχο το ___, β) στις 14:55 ολοκληρώθηκε συναλλαγή για μεταφορά ποσού 3.088 ευρώ στην εταιρεία με την επωνυμία ___, γ) στις 14:57 ολοκληρώθηκε συναλλαγή για μεταφορά ποσού 3.628 ευρώ στην εταιρεία με την επωνυμία ___, δ) στις 15:07 ολοκληρώθηκε συναλλαγή για μεταφορά ποσού 1.200 ευρώ στον υπ' αριθμ. ___ λογαριασμό που διατηρείται στην εναγόμενη με δικαιούχο το ___, ε) στις 15:08 ολοκληρώθηκε συναλλαγή για μεταφορά ποσού 3.250 ευρώ στον υπ' αριθμ. ___ λογαριασμό που διατηρείται στην εναγόμενη με δικαιούχο το ___ και στ) Στις 15:08 ολοκληρώθηκε συναλλαγή για μεταφορά ποσού 1.250 ευρώ στον υπ' αριθμ. ___ λογαριασμό που διατηρείται στην εναγόμενη με δικαιούχο το ___. Ότι το συνολικό απολεσθέν ποσό από την εις βάρος της απάτη ανέρχεται στο ποσό των 14.366 ευρώ. Ότι άμεσα σε διάστημα έξι περίπου λεπτών από την πρώτη εκ των έξι συναλλαγών και πριν ακόμα λάβουν χώρα οι επόμενες πέντε, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας προσπάθησε να επικοινωνήσει με τα κεντρικά γραφεία της εναγόμενης με κλήση στον αριθμό ___, ώστε να καταγγείλει την απάτη και κυρίως να δώσει εντολή για να παγώσουν μελλοντικές παράνομες συναλλαγές. Ότι ανέμεινε για διάστημα άνω των τεσσάρων λεπτών και μετά από δύο προσπάθειες για επικοινωνία χωρίς καμία ανταπόκριση, κάλεσε δε, μετά, επανειλημμένα στον αριθμό ___ (με πρώτη κλήση στις 15:10) για να επικοινωνήσει με το υποκατάστημα της εναγομένης στο Ρέθυμνο στην οδό ___, ενώ παράλληλα, λόγω του ότι βρισκόταν πλησίον αυτού, κατέφθασε σ' αυτό (ενν. υποκατάστημα) κατά τον ίδιο χρόνο περί ώρα 15:10 με 15:15. Ότι αμφισβήτησε δια ζώσης πλέον τις συναλλαγές ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της εναγομένης και συγκεκριμένα της διευθύντριας του ως άνω υποκαταστήματος ονόματι ___, ότι παρά το γεγονός ότι οι τέσσερις συναλλαγές αφορούσαν μεταφορά ποσού σε λογαριασμούς της ιδίας της εναγομένης, καμία άμεση προσπάθεια δεν έγινε από τους αρμόδιους υπαλλήλους για την ανάκτηση των ποσών που αφορούσαν. Ότι την ίδια ημέρα καταγγέλθηκε στο Α.Τ. Ρεθύμνου η εις βάρος της απάτη και κλοπή και ότι στις 13-11-2023 κατατέθηκε συμπληρωματικά από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας στην Εισαγγελία Ρεθύμνου έγκληση κατά παντός υπευθύνου για παραβίαση των άρθρων 372, 386 και 386Α του ΠΚ. Ότι απέστειλε στην εναγομένη την από 09-01-2024 εξώδικη πρόσκληση προκειμένου να της επιστραφούν όλα χρηματικά ποσά από τις μη εγκεκριμένες από εκείνην συναλλαγές ωστόσο η εναγομένη απάντησε μόλις στις 14-03-2024 σχετικά ότι μετά την πρώτη ύποπτη συναλλαγή η ενάγουσα διά του νομίμου εκπροσώπου της έλαβε μήνυμα απάτης ενημερώνοντάς την ότι πρέπει να επικοινωνήσει στον αριθμό ___ εφόσον δεν είχε εγκρίνει τις συναλλαγές. Ότι ωστόσο εκείνη το είχε ήδη πράξει δύο φορές πλην όμως ουδείς είχε απαντήσει από μέρους της εναγομένης. Ότι η εναγομένη τελικά, μετά την πάροδο επτά μηνών, κατάφερε να δεσμεύσει από το ως άνω συνολικά αναφερθέν ποσό μόλις το ποσό των 1.730 ευρώ, το οποίο στις 24-04-2024 επεστράφη στην ενάγουσα με την καταβολή δύο τραπεζικών εμβασμάτων ποσού 1.460 ευρώ που σχετίζεται με τη συναλλαγή που διενεργήθηκε στις 14:51 (πρώτη κατά σειρά επίμαχη συναλλαγή από την οποία η εναγομένη απώλεσε το ποσό των 1.950 ευρώ), με αιτιολογία κατάθεσης «μέρος ποσού απάτης» και ποσού 270 ευρώ που σχετίζεται με τη συναλλαγή που διενεργήθηκε στις 15:08 (πέμπτη κατά σειρά επίμαχη συναλλαγή από την οποία η εναγομένη απώλεσε το ποσό των 3.250 ευρώ), με αιτιολογία κατάθεσης «απόδοση ποσού απάτης». Ότι η πρωτοβουλία της εναγομένης να επιχειρήσει την επιστροφή μέρους των απολεσθέντων χρημάτων της ενάγουσας αποδεικνύει ότι αν και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για παράνομες συναλλαγές, εντούτοις αδράνησε κατά τον χρόνο που όφειλε να ενεργήσει για να τις σταματήσει. Ότι η εναγομένη διενήργησε τις ως άνω συναλλαγές, χωρίς να έχει δώσει τη συναίνεσή της η ενάγουσα και μάλιστα από συσκευές που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε χρησιμοποιήσει η ενάγουσα στις συναλλαγές της. Ότι η εναγομένη αν και αντιλήφθηκε την απάτη, δεν μπλόκαρε τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας αλλά περιορίστηκε να αποστείλει ένα μήνυμα ότι πρόκειται για απάτη με την αναγραφή του σταθερού της τηλεφώνου για να επικοινωνήσει η ενάγουσα και να τους ενημερώσει ότι πράγματι δεν εγκρίνει τις συναλλαγές, στο οποίο όμως σταθερό τηλέφωνο ουδείς απάντησε. Ότι αν είχε εξαρχής μπλοκαριστεί ο τραπεζικός λογαριασμός της εναγομένης, κατά τον χρόνο αποστολής του ως άνω μηνύματος που έλαβε χώρα στις 14:53 ή αν απαντούσε στις κλήσεις που πραγματοποίησε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας (η πρώτη δε εξ αυτών έλαβε χώρα στις 14:57), τότε θα είχαν αποτραπεί οι περισσότερες παράνομες συναλλαγές. Ότι η δυνατότητα που δόθηκε στην ενάγουσα να καταγγείλει άμεσα την απάτη, μέσω της γνωστοποίησης σταθερού αριθμού καταγγελίας αποδείχθηκε με υπαιτιότητα της εναγομένης απρόσφορη. Ότι ουδέποτε ενημερώθηκε να τις εγκρίνει ή ότι δεν τις αποδέχεται από την εναγομένη. Ότι, ως εκ τούτου, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία επέδειξε όχι μόνο αντισυμβατική αλλά και αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ της οποίας αυτή υπέστη ηθική βλάβη καθώς εξαιτίας των ως άνω μειώθηκε το υπόλοιπο των χρημάτων που τηρούσε στον τραπεζικό της λογαριασμό με τον οποίο εξοφλούσε τις οικονομικές της υποχρεώσεις και με τον τρόπο αυτό καθυστέρησε να πληρώσει τους εργαζόμενους της και τους προμηθευτές της, ότι συνακόλουθα δημιουργήθηκε ρήγμα στην καλή φήμη που είχε μέχρι τότε και τέθηκε σε κίνδυνο το εμπορικό της μέλλον λόγω των προστριβών που δημιουργήθηκαν με τους εργαζόμενους της, παράλληλα δε γεννήθηκε η ανάγκη δανειοδότησής της από τρίτα πρόσωπα, την οποία ενέχεται να αποκαταστήσει η εναγόμενη, με την καταβολή του ποσού των 12.636 ευρώ (=14.366 ευρώ συνολικά απολεσθέν χρηματικό ποσό ενάγουσας 1.730 ευρώ συνολικά επιστραφέν χρηματικό ποσό από την εναγομένη), ως περιουσιακή (θετική) ζημία της και του ποσού των 2.000 ευρώ ως μη περιουσιακή ζημία της που έγκειται στη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης. Με βάση το ως άνω ιστορικό, η ενάγουσα ζητεί, μετά από παραδεκτό, κατά τα άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής της από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.636 ευρώ (=12.636€ + 2.000€), με τον νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 12.636 ευρώ, από 18-08-2023, οπότε και έλαβε χώρα η πρώτη της όχληση, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της και ως προς το ποσό των 2.000 ευρώ, από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
{..}
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.636 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της 18ης-08-2023, οπότε και έλαβε χώρα η πρώτη εξώδικη όχληση της εναγομένης όπως αυτή αποδείχθηκε από το σχετ. 6', ήτοι την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, αναλυτική κατάσταση χρήσης της σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας της, ήτοι από τις 19-08-2023, καθώς επί ενοχής προς αποζημίωση η έναρξη της τοκογονίας τοποθετείται στον χρόνο της δικαστικής ή εξώδικης όχλησης, εάν δεν έχει λάβει χώρα όχληση, η τοκοφορία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (βλ. σε ΟλΑΠ 15/1998, ΟλΑΠ 1/1997, ΕφΠατρ 157/2022, ΜΠρΘεσ 11595/2017 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος), χωρίς, δηλαδή, μόνη η τέλεση της άδικης πράξης να αρκεί, προκειμένου να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας ο αδικοπραγήσας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, λόγω της ήττας της, αναλόγως αυτής και κατόπιν υποβολής σχετικού εκ μέρους της τελευταίας αιτήματος (άρθρα 106, 176, 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 63 παρ. 1 και 68 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων - Ν. 4194/2013), χωρίς κατάλογο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ (12.636€) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 19η - 08-2023, ως αναλυτικώς εκτέθηκε ανωτέρω, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην εναγόμενη μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Ρέθυμνο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 28 Ιουλίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.